Ο χρόνος τελειώνει, έτσι κι αλλιώς. Αλλά ποιον ωφελεί να το σκέφτεται αυτό; Οι άνθρωποι ζουν ξεχνώντας καθημερινά την τρομερή πραγματικότητα του χρόνου. Βυθισμένοι μέσα του μετρούν κάθε στιγμή τα λεπτά και τις ώρες και λησμονούν το ευρύτερο αποτύπωμα της εντροπίας και της φθοράς. Πρόκειται για μια μορφή συνειδητής ή ασύνειδης λήθης, ένα κατά συνθήκη ψεύδος, για να συνεχίσουν να ζουν, ανυποψίαστοι ή επηρμένοι.
Οι ιστορίες έρχονται συνήθως στο τέλος του χρόνου ή στο τέλος μιας ημέρας, που μπορεί και να διαρκεί όσο η ανθρώπινη ζωή. Πρόκειται για μια συνθήκη παράτασης, ψευδαίσθησης ή συμφιλίωσης, μια συνάντηση όπου συνομολογείται ο τελικός λογαριασμός.
Κάποτε, η ποίηση μπορεί και τρυπώνει μέσα στις ιστορίες. Είναι η δυνατότητα να βλέπει κανείς με άλλο μάτι τη συνήθεια και το αναπόδραστο. Και είναι τότε που ο ρεαλισμός μιας ιστορίας συναντάει τη μαγεία της υπέρβασης, μέσα από μια ποιητική θεώρηση του πραγματικού.
Οι «Ιστορίες στο Τέλος του Χρόνου» κινούνται στον κόσμο του μαγικού και του ποιητικού ρεαλισμού, στο διάμεσο της μνήμης και της λήθης, του πραγματικού και του φανταστικού, του έρωτα και της ματαίωσης, του φωτός και του σκοταδιού, της αρχής και του τέλους.
Εξάλλου, ιστορίες υπάρχουν μόνο μέσα στις ιστορίες και η ζωή μοιάζει να είναι η μεγαλύτερη απ’ όλες.