Tags: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Καρυότυπος (ουσ.) [λόγ. <γαλλ. caryotype <caryo- «πυρήνας» <αρχ. κάρυο(ν) + -type <αρχ. τύπος]: η απεικόνιση, ανά ζεύγη και κατά φθίνουσα σειρά μεγέθους, του συνόλου των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, η οποία χρησιμεύει στη διάγνωση τυχόν ανωμαλιών στη δομή ή τον αριθμό τους.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ