Στη ζωή υπάρχουν εκείνοι που δεν τους τρομάζει ο κόσμος, και εκείνοι που κάτω από το δέρμα της κατοικεί ένα κρυφό κακό. Για τον Λόρις όλα ξεκίνησαν όταν ήταν μικρός, τότε που τα καλοκαίρια ήταν μαγευτικά σαν το περιβόλι του παππού του. Όταν βρισκόταν μαζί του, η μανιώδης ανάγκη του να διαβάζει καταλάγιαζε, και μάθαινε πράγματα θαυμαστά, της να φτιάχνει περιστερώνες και να εκτρέφει περιστέρια με ιριδίζοντα φτερά. Σήμερα, ο Λόρις είναι τριάντα χρονών. Η θέση του στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεται είναι επισφαλής και το άγχος του μήπως δεν φανεί αντάξιος των περιστάσεων της ζωής τον συνθλίβει. Κλείνεται στον εαυτό του, αρχικά για να αμυνθεί και στη συνέχεια για να αφουγκραστεί τα σήματα κινδύνου που του στέλνει το σώμα του. Γιατί –είναι βέβαιος– μέσα του φωλιάζει ένα κακό ικανό να σαρώσει κάθε ίχνος ελπίδας και μέλλοντος. Κι ενώ οι γιατροί, η κοπέλα του, οι γονείς του φαντάζουν όλο και πιο απόμακροι, στον Λόρις απομένουν μόνο δύο σύμμαχοι: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –ανακούφιση και τροφή για τα φαντάσματά το