Tags: ΠΟΙΗΣΗ
ΔΑΚΤΥΛΟΣ
22–2–2020
Του τυφλού γέροντα – έχει μαλλιά,
Του τυφλού – κειου των πυκνών γενιών,
Του γέροντα – είναι ο Χρόνος,
Έδωσε η Νύχτα κι απόψε ένα ιμάτιο
Μαύρο-κατράμι, και όλο αραχνοΰφαντο,
Για να αποθέσει εκειός στο δωμάτιο
Που εγώ κοιμόμουν κι απόψε, ενώ ίπταντο
Χίλιες εικόνες ονείρων αΰλων
Και νοσταλγίες και μορφώματα θρύλων,
Και ιστορίες νοερές.
Σε τυφλό γέροντα – έχει μαλλιά,
Σε γέροντα – είναι ο Χρόνος,
Έδωσε η Μέρα ένα ιμάτιο
Άσπρο-γλαρόνι, και όλο αραχνοΰφαντο,
Για να αποθέσει εκειός στο δωμάτιο
Που εγώ κοιμόμουν κι απόψε, ενώ ίπταντο, ιερές.
Παίρνει κι ο γέρων τα μαύρα και τα άσπρα
Τα ψιλά ιμάτια, και μαζί τα ράβει.
Πάω να ξαπλώσω, κάθε αίσθηση παύει.
Πάντα μού απλώνει ο Χρόνος μαυρόασπρα
Τέτοια σκουτιά, στο κορμί μου τα απλώνει
Κάθε βραδύ, όπως εκείνο ξαπλώνει.
Σαν μια νύχτα που σβήνει ολοένα, ή θάβει:
Τα περισσότερα φώτα απ’ τα ο